Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Κυριακάτικοι περίπατοι στην Καρυά

Μέρος 3ο 

" Στο Φεγγαράκι" 



Στο ¨Φεγγαράκι¨, εκεί πάνω στο βραχώδες ύψωμα θαρρείς πως το φως του ήλιου δε χάνεται ποτέ. Μα σαν έρθει η ώρα και κρυφτεί πίσω από τις κατάφυτες πλαγιές του απέναντι βουνού, έρχεται το μαγευτικό φεγγάρι, σαν να θέλει να αναπληρώσει το κενό που άφησε με τη δύση του ο ήλιος. 
Τούτο το παραμυθένιο σενάριο της φύσης φαίνεται πως ανακάλυψαν πριν πολλά χρόνια ορισμένοι Καρσάνοι και ¨στήσανε¨ αυτή την πανέμορφη γειτονιά, μακριά από τον οικισμό της Καρυάς, πάνω σε ένα υπέροχο ξέφωτο, στο ¨Φεγγαράκι¨. 


Οι συνθήκες ζωής των Καρσάνων του περασμένου αιώνα επέβαλλαν την αναζήτηση τεχνικών μεθόδων που να διευκολύνουν την ούτως ή άλλως σκληρή καθημερινότητά τους. Η καλλιέργεια της γης εξασφάλιζε τον επιούσιο, ήταν πρωτεύουσα ανάγκη αλλά και υποχρέωση για κάθε οικογενειάρχη. Διάφορες άλλες αγροτικές δραστηριότητες είχαν ιδιαίτερη σημασία, όπως αυτή της άλεσης των σιτηρών. Οι ανεμόμυλοι της εποχής ήταν ένα από τα βασικότερα εργαλεία άλεσης σιτηρών και δημητριακών. 

Το ¨Φεγγαράκι¨ ήταν η μοναδική περιοχή στην Καρυά, που εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της, χτισμένη δηλαδή πάνω σε λόφο, αλλά και των ιδιαίτερων καιρικών φαινομένων που επικρατούσαν, όπως δυνατοί άνεμοι, του προσέδωσαν το πλεονέκτημα να ¨φιλοξενήσει¨ τρεις από τους τέσσερις ανεμόμυλους της Καρυάς, οι οποίοι πιθανολογείται ότι χτίστηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα.   



Ο πλέον καλοδιατηρημένος ανεμόμυλος είναι της οικογένειας Βλάχου-Μίχου. Είναι πράγματι ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα που κατόρθωσε να διατηρηθεί σχεδόν ακέραιο. Ο ανεμόμυλος του Μίχου χτίσθηκε στο υψηλότερο σημείο του λόφου, έτσι ώστε να δέχονται τα πανιά της φτερωτής την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη δύναμη του ανέμου. Η κίνηση στη συνέχεια μεταφέρονταν στον άξονα που συνδέονταν με το λιθάρι, το σημείο δηλαδή που τρίβονταν τα σιτηρά.  

              

Οι εικόνες από το εσωτερικό του ανεμόμυλου δημιουργούν πληθώρα συναισθημάτων. Ικανοποίηση και θαυμασμό γιατί οι καλοχτισμένοι του τοίχοι λες και τα ΄βαλαν με το χρόνο και τον νίκησαν. Και τα πέτρινα σκαλοπάτια του, έστρωσαν απαλό χορταρένιο χαλί σαν να περιμένουν κάποιον περίεργο διαβάτη να τα ανέβει. Για να βρεθεί ψηλά και να αγναντέψει μπροστά του την Καρυά, που απλώνεται απ΄άκρη σ΄άκρη. Να ακούσει τον πλανευτή αντίλαλο απ΄τις απάνω γειτονιές. Να ατενίσει πίσω του τους Πιατσάνους και τους Σφακιώτες. 



Και σαν βρεθείς στο τελευταίο σκαλοπάτι η ματιά σου σκαλώνει ανάμεσα στα θεριεμένα κυπαρίσσια του βαθύλακου, εκεί όπου για χρόνια βρίσκεται ο γειτονικός ανεμόμυλος του Κοψιδά-Σταθάκη. Μοναχικός, απόμερος, σαν να μη θέλει πολλά πάρε δώσε με τους γειτόνους, ο μύλος του Σταθάκη αχνοφαίνεται ανάμεσα στην τεράστια αγκαλιά που έφτιαξαν γύρω του τα κυπαρίσσια. Σου δίνει την εντύπωση πως θέλει να κρυφτεί, να προστατευτεί από καθετί γύρω του. Ο μύλος αυτός δεν είχε τις ίδιες αντοχές με αυτόν του Μίχου. Δοκιμάστηκε σκληρά από τους σεισμούς που έπληξαν ανεπανόρθωτα το οικοδόμημα με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του να καταρρεύσει. Η είσοδός του καλύφθηκε από τον σωρό που δημιούργησαν οι πέτρες. Τι κρύβει μέσα του.. άγνωστο. Ίσως όχι τυχαία αλλά για κάποιο λόγο μας απαγορεύτηκε η είσοδος! 


Λίγο πιο κάτω από τον μύλο του Μίχου βρίσκονται τα ερείπια ενός ανεμόμυλου που άνηκε και αυτός στην οικογένεια Βλάχου-Μίχου. Ο ανεμόμυλος αυτός είναι άγνωστος για τους περισσότερους και αυτό γιατί φαίνεται να λειτούργησε για λίγο, κάπου στις αρχές του 1900. Στη συνέχεια κατεδαφίστηκε από τους ιδιοκτήτες του, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις πέτρες του σε διάφορες άλλες κατασκευές. 



Στο ¨Φεγγαράκι¨ εκτός από ανεμόμυλους υπήρχε λιτροβιό και μεταγενέστερα αλευρομηχανή. 


Δυστυχώς όμως αυτά τα σπουδαία οικοδομήματα εγκαταλείφθηκαν νωρίς πριν πολλά πολλά χρόνια. Και καθώς περνούσε ο καιρός η υγρασία και το ανεμόβροχο έκαναν πιο ανυπόφορα τα χρόνια. Λίγο η γη που σειότανε κάθε τόσο, λίγο τα δοκάρια που δεν άντεξαν το βάρος της στέγης, λίγο που ο δυνατός αέρας έσπασε τα πατζούρια και ξερίζωσε τον σιδερένιο μεντεσέ, λίγο που το αγκωνάρι έφυγε απ΄τη θέση του, λίγο που η μια πέτρα πήρε παραμάζωμα τις άλλες και πέσανε όλες μαζί.. λίγο και ακόμα λίγο ήρθε το σήμερα. 


Και είναι σκληρές και πονάνε τούτες οι εικόνες. Πονάνε άμα σκέφτεσαι τι φκιάνουνε τα χέρια του ανθρώπου και τι γκρεμίζουνε τα μυαλά του. Πονάνε άμα κοιτάξεις τις ξεθωριασμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Γερμανού Αρχαιολόγου κάπου στο 1905, όταν διακρίνονται τα λευκά πανιά των τεσσάρων ανεμόμυλων της Καρυάς, και άμα κοιτάξεις τις HD του 2015 και δεν φαίνεται πια τίποτα. 

Με φανερή τη συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί η θέα των ερειπίων, μια ευχάριστη συνάντηση αποφορτίζει την ατμόσφαιρα και δίνει την ευκαιρία για αληθινή, ουσιαστική, ανθρώπινη κουβέντα. 


Η θεια Μαρία θυμάται με νοσταλγία τα χρόνια που πέρασαν, τότε που το ¨Φεγγαράκι¨ έσφυζε από ζωή. 
"... Εκειά τα χρόνια σε κάθε σπιτ' μένανε δέκα νοματαίοι. Εδώ ίσα κατ' έβλεπες τς γυναίκες τ' μία δίπλα στν άλλη, πιάνανε το καλοκαίρ' τ΄απόσκιο και κεντάγανε. Και δώστου κβέντα και δωστ' γέλιο. Άλλα χρόνια εκειά. Τώρα έμεινα μοναχή μου. Ευτυχώς που ΄ναι και η Δμήτρω παραπέρα και πάω και περνάμε τν ώρα μας..."

Με νοσταλγικό τόνο στη φωνή συνεχίζει: 
" ... Αφτού ίσα κατ' π' καθόντανε οι γυναίκες ήτανε η λιθιά απ' το σπιτ τ Βασλέτου. Πριν να κάτσνε οι γυναίκες για το κέντμα, απλώνανε απάν στ λιθιά τα σκτιά,  αλλά αυτός δεν ήθελε και μόλις τα 'βλεπε απλώμένα απά στ λιθιά τ, έβγαινε και τς τα πέταγε..!!" 

Και συνεχίζει:
"... Ου ... τι θμήθκα!! Έδευτού στ γωνία ανάβαμε φωτιά να ζεστάνουμε νερό στο καζάνι να πλύνουμε τα σκτιά. Ανάβαμε μια φωτιά και πλέναμε όλες μαζί. Απ' κατ' έμενε η Αφροδίτ'. Αυτήνη μόλις τελειώναμε το πλύμα, έβγανε τα σκτιά τς και έμπαινε στο βαρέλι και έκανε μπάνιο, δεν μπα να 'τανε όποιος να ΄τανε μπροστά!! Και φαίνεται του 'χανε μαθ' στ πλατεία και τνε πράζανε. Μόλις έπαιρνε τ' βαρέλα να πάει στ' βρυσ' για νερό, τς λέγανε αυτού απάν': εε μαρή, για τήρα τον καπνό στο "Φεγγαράκι", μόλις έφγες ανάψανε για νερό (ενν. να ζεστάνουν νερό). Κι αυτήνη κοσί πίσω για να προκάμ' να μη χάσ' το μπάνιο! Παράταγε και τ' βαρέλα, τα παράταγε όλα... !!" 

         
Διαβαίνοντας το στενό μονοπάτι πίσω από τα πέτρινα σπίτια φτάνεις στο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου που ανήκει στην οικογένεια Θερμού. Σήμερα γίνονται προσπάθειες αναστήλωσης του. Τα παλιά τα χρόνια οι γειτόνοι καλούσαν τον παπά του χωριού για να λειτουργήσει ανήμερα της γιορτής του. Άσπριζαν και καθάριζαν με μεγάλη χαρά τον Άγιό τους, τον φύλακά τους. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που λειτούργησε για τελευταία φορά. 



Το ¨Φεγγαράκι¨ ήταν η κοιτίδα όπου αναπτύχθηκε, διδάχθηκε και διαδόθηκε το Καρσάνικο Κέντημα. Με δυο ζωτικής σημασίας στέκια, του Αργύρη Σταύρακα και αυτό της αμφιλεγόμενης Βασιλικής Πρόνοιας, τα οποία διέδωσαν την Καρσάνικη Βελονιά, αφενός ως μείζονος σημασίας πολιτισμικό και λαογραφικό στοιχείο και αφετέρου ως σημαντική πηγή εισοδήματος των οικογενειών παλαιοτέρων ετών. 
Η Καρσάνα κεντήστρα έπιανε το βελόνι και έφκιανε αριστουργήματα. Για ώρες σκυφτή πάνω από το κέντημα, με το άγχος να το .. παραδώκει, κένταγε το ένα κέντημα πίσω από το άλλο, αδιάκοπα, ακούραστα. Ήταν μια σημαντική πηγή εσόδων, ανεξαρτήτως χρηματικών ποσών, βοηθώντας με το δικό της τρόπο τον κοπιαστικό αγώνα... του "αγά" τους. 

Τούτη η γειτονιά κρύβει πολλά μυστικά. Είναι καλά φυλαγμένα στους μισογκρεμισμένους πέτρινους τοίχους. Κάπου εκεί φυλάγεται για περισσότερα από εκατό χρόνια ο αργαλειός. Λίγο πιο πέρα το διασίδι και τα καρούλια. 
Αν πετάξεις από πάνω του το περιτύλιγμα και καθίσεις στις ροζιασμένες σανίδες του μοιάζει έτοιμος να υφάνεις μαζί του, με το γνέμα του μυαλού σου τα υφαντά της ζωής και των αναμνήσεων της όμορφης γειτονιάς. 



Έπειτα είναι και κάτι ακόμα, ο λόφος στο "Φεγγαράκι" και ο λόφος στα "Σαββάτα" είναι οι "φύλακες" της Καρυάς. Τα τεράστια κοντριά τους συγκράτησαν -ιδίως τα παλιότερα χρόνια όπου τα βουνά ήταν γυμνά- και συγκρατούν ακόμα τα ορμητικά νερά των χειμάρρων που κατεβαίνουν από το βουνό, αποτρέποντας έτσι τις κατολισθήσεις και ενδεχομένως τη μετατόπιση του χωριού. 



Οι οικογένειες που έμεναν στο "Φεγγαράκι" ήταν πολλές. Η ξενιτιά όμως πήρε αρκετούς από αυτούς μακριά. Εκεί έμεναν όσοι είχαν τα επίθετα: Καραμποϊκης-Μπέλτσος, Βλάχος-Μίχος, Βλάχος-Μαντβάς, Βλάχος-Λεβεντιάς, Βλάχος-Ματζούφας, Βλάχος-Καστίλιας και πολλοί ακόμα. 
Σήμερα τις ¨Θερμοπύλες¨κρατούν οι θεια Μαρία, η θεια Δμήτρω, ο μπάρμπα Πάνος και δύο οικογένειες μεταναστών. Τη μοναδική φωτεινή και συνάμα αισιόδοξη εξαίρεση αποτελεί η οικογένεια του Σταθαντώνη, που υποδέχθηκε φέτος το νέο μέλος της!








Ο περίπατος στο "Φεγγαράκι" μοιάζει σαν το ξεφύλλισμα ενός παραμυθιού που οι σελίδες του είναι γεμάτες όμορφες εικόνες που σε ταξιδεύουν σε περασμένες εποχές. Κι όταν φτάσεις προς το τέλος ήδη άρχισες να νοσταλγείς την αρχή. Έτσι είναι και ο δρόμος της επιστροφής, σε κάνει να μη θες να φύγεις από κει. Καθώς ξεμακραίνεις κάτι σε κάνει να κοντοσταθείς και να κοιτάξεις πίσω. 
Είναι μια περίεργη αύρα που πνέει και σε μαγεύει. Μπορεί να μην έζησες τότε που όλα στο ¨Φεγγαράκι¨ ήταν διαφορετικά. Μπορεί να μην σου έρχονται στη μνήμη οι εικόνες της κεντήστρας στο απόσκιο. Μπορεί να μην είδες με τα μάτια σου τα γνέματα να γίνονται υφαντά. Σίγουρα όμως εκείνη η περίεργη αύρα σε συντάραξε, σε γέμισε εικόνες νοσταλγικές από τα παλιά, κι ας μην τις έζησες ποτέ. 


Κι όσο το βήμα σου σε πάει πιο μακριά και σιγά σιγά αφήνεις πίσω σου το ¨Φεγγαράκι¨, είναι εκείνα τα παράξενα παιχνίδια του μυαλού που φέρνουν στα αυτιά σου μαγικά ακούσματα του χθες... τον ήχο απ΄τα πανιά του μύλου και το τρίξιμο που κάνουν οι μυλόπετρες καθώς σπάνε το στάρι, τις φωνές του μυλωνά και το κουβεντλόι που στήσανε οι κεντήστρες. Ακούς τα βήματα στα πέτρινα σοκάκια και τον ήχο που αφήνει η ψάθινη σκούπα καθώς παραμερίζει τα ξερά φύλλα της αυλής. Ακούς και τον αέρα που σφυρίζει ανάμεσα απ΄τα κεραμίδια και είναι σαν να σκορπάει πάνω σου μια παράξενη παραμυθόσκονη... αυτή που σαν σε ακουμπήσει.. σε πάει πίσω στα παλιά, σε κάνει ένα με τους ανθρώπους του τότε. ΄
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα εκεί στο ύψωμα, στο "Φεγγαράκι", στην γραφική γειτονιά με το παιδιάστικο όνομα. Και αν φτάσεις το παραμύθι σου στην τελευταία του σελίδα, σίγουρα θα έχει ζωγραφισμένη μιαν εικόνα σαν κι αυτή...